Στο έργο αυτό η Τάνια Γιαννούλη δημιουργεί πλαισιωμένη από μία ομάδα εξαιρετικών μουσικών - τον Αλέξανδρο Μποτίνη στο τσέλο, τον Σόλη Μπαρκή στα κρoυστά, τον Guido de Flaviis στα σαξόφωνα και guest τον Γιάννη Νοταρά στα τύμπανα.
Πιάνοντας το δισκάκι στα χέρια μου αναρωτήθηκα ποια να ήταν άραγε η Υπέρβαση ?

διάβασα στο ένθετο ότι το έργο πραγματεύεται ένα τρίπτυχο "χρόνου/ζωής και δημιουργίας στην βάση των εμπειριών και των εντυπώσεων σε δύσκολες εποχές" και μια "νοσταλγία για ένα άγνωστο ευτυχισμένο μέλλον" καθώς "αυτός ο τρελός κόσμος (mad world) δεν μπορεί να είναι μόνο αυτό που υπάρχει" - ένα έργο για την Ελλάδα του τώρα λοιπόν.
Η αλήθεια είναι ότι, επηρεασμένος από την ακρόαση του Forest stories [την προηγούμενη δουλειά της Τάνιας], πίστευα ότι θα έβρισκα και εδώ μια βαθιά εσωτερική αναζήτηση, όμως πρόκειται για κάτι ξεκάθαρα διαφορετικό, καθώς ξεφεύγει από το ακαθόριστο της μνήμης και εισέρχεται στο παρόν - σε ένα δύσκολο παρόν.
Ναι, την ώρα της ακρόασης σου αφήνει πάλι περιθώριο να "χτίσεις" το σκηνικό σου, αλλά σε πολύ πιο περιορισμένα πλαίσια. Μουσικά, εδώ έχουμε πλέον περισσότερα όργανα, με σαφή περιγράμματα στον χώρο και αποστάσεις μεταξύ τους - γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα οι εικόνες να είναι πολύ πιο συγκεκριμένες.
Ο ακροατής βρίσκει μία «έτοιμη» ατμόσφαιρα και έναν ανοιγμένο δρόμο που το μόνο που έχει να κάνει είναι να τον ακολουθήσει.
Οι πρώτες νότες του Weeping willow έρχονται –κατά κάποιο τρόπο- σαν φυσική συνέχεια με το forest stories, ένα γοερό κλάμα για το «δάσος» που δεν είναι πια πραγματικότητα , για το τέλος μιας αθωότητας.
Μετά έρχεται η θάλασσα (the sea), η ήρεμη παντοδύναμη απέραντη θάλασσα που μας περιτριγυρίζει και σε οδηγεί στον ζωοδότη ήλιος (sun dance) σαν ανεξάντλητη πηγή δημιουργίας.
Και ενώ όλα φαίνονται να είναι απλά στην φυσική τους θέση (The time will come) αρχίζει μια φθορά που δεν έχει καμία σχέση με την φυσική φθορά του χρόνου, μια φθορά που με τον ξέφρενο ρυθμό της (faster than wear) απειλεί ότι θα παρασύρει τα πάντα στο καταστροφικό πέρασμα της αν δεν την σταματήσεις, αν δεν ψάξεις στήριγμα προς κάθε κατεύθυνση (from foreign lands) ακόμα και εσωτερικά, γεγονός που αποκαθιστά προσωρινά την χαμένη ηρεμία αλλά σταδιακά φέρνει ξανά την ένταση στο προσκήνιο και δημιουργεί καταστάσεις εμμονικές (obsession) σε έναν κόσμο σαν κλουβί (mad world) με πολλά δυσνόητα επίπεδα που δεν σε αφήνει να ξεφύγεις και σε πνίγει.
μα είναι δυνατόν ?
κάτι λείπει ...
κάτι δεν έχει ειπωθεί ακόμα (untold) ....
Μετά τις ιστορίες του δάσους που «παίζουν» με τις μνήμες του ακροατή και τον ταξιδεύουν στο, πραγματικό ή «μεταφορικό», δάσος που ο καθένας φυλάει μέσα του, έρχεται το Transcendence,
ένα σύγχρονο world music άκουσμα, επηρεασμένο όπως είναι φυσικό από την ανθρωπιστική κρίση που μαστίζει τη χώρα, γεμάτο ένταση και ρομαντισμό, για να μας προσγειώσει στην σκληρή πραγματικότητα αλλά και να αφήσει, στο τέλος, μια επίγευση αισιοδοξίας, κάτι που μένει να επιβεβαιωθεί ...
Είναι ένα έργο πολυεπίπεδο που οι πιο σφιχτές του γραμμές το κάνουν να ακούγεται πιο εύκολο από οτι είναι,
ένα έργο στο οποίο η Τάνια με την ευρηματικότητα και το ταλέντο της μπορεί και περιγράφει με νότες το προκείμενο πολύ καλύτερα από όσο μπόρεσα εγώ εδώ με λέξεις .